θεοσέβαστος

θεοσέβαστος
θεοσέβαστος, -ον (Μ)
αυτός που σέβεται τον θεό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -σεβαστος (< σεβάζομαι < σέβας < σέβομαι), πρβλ. αξιο-σέβαστος, παν-σέβαστος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • βαθυσέβαστος — η, ο πολυσέβαστος, άξιος μεγάλου σεβασμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + σεβαστός (πρβλ. αξιοσέβαστος, θεοσέβαστος κ.ά.). Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”